Ἄλῃ

Ἄληι , Ἄλευς
masc dat sg (epic ionic)
Ἄλης
masc dat sg (attic epic ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἅλη — ἄλη , ἄλη wandering fem nom/voc sg (attic epic ionic) ἄ̱λη , ἀλέω grind imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) ἄλη , ἀλέω grind pres imperat act 2nd sg (doric aeolic) ἔλη , ἐλαύνω drive pres imperat act 2nd sg (epic doric) ἔλη , λάω 1 imperf ind… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άλη — (Αλή Ιμπν Αμπού Ταλίμπ, Μέκκα περ. 598 – Κούφα 661 μ.Χ.). Πρώτος μαθητής, εξάδελφος και γαμπρός του Μωάμεθ. Υπήρξε ο τέταρτος από τους κατευθείαν διαδόχους του προφήτη που άσκησαν την εκτελεστική εξουσία στη μουσουλμανική κοινότητα. Οι… …   Dictionary of Greek

  • αλή — (Αλή Ιμπν Αμπού Ταλίμπ, Μέκκα περ. 598 – Κούφα 661 μ.Χ.). Πρώτος μαθητής, εξάδελφος και γαμπρός του Μωάμεθ. Υπήρξε ο τέταρτος από τους κατευθείαν διαδόχους του προφήτη που άσκησαν την εκτελεστική εξουσία στη μουσουλμανική κοινότητα. Οι… …   Dictionary of Greek

  • ἁλή — salt works fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄλη — wandering fem nom/voc sg (attic epic ionic) ἄ̱λη , ἀλέω grind imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) ἀλέω grind pres imperat act 2nd sg (doric aeolic) εἴλω shut in aor ind pass 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄλῃ — ἄλη wandering fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -αλη — Χημ. κατάληξη οργανικών ενώσεων που περιέχουν αλδεϋδομάδα ( CH = Ο) στο μόριό τους. [ΕΤΥΜΟΛ. Ξενικής προελεύσεως κατάληξη, με την οποία σχηματίζονται στην επιστημονική ορολογία όροι χημικών συστατικών, σύνθετων με αλδεΰδες, απ όπου αποσπάστηκε το …   Dictionary of Greek

  • ἁλῇ — ἅλλομαι sal fut ind mid 2nd sg (doric aeolic) ἁλή salt works fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλῇ — ἀλάομαι wander pres subj mp 2nd sg (doric) ἀλάομαι wander pres ind mp 2nd sg (doric aeolic) ἀλάομαι wander pres subj mp 2nd sg (epic ionic) ἀλάομαι wander pres ind mp 2nd sg (epic doric ionic aeolic) ἀλέα avoiding fem dat sg (attic epic ionic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁλῆ — ἁ̱λῆ , ἁλής thronged neut nom/voc/acc pl (attic epic doric ionic) ἁ̱λῆ , ἁλής thronged masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric ionic aeolic) ἁ̱λῆ , ἁλής thronged masc/fem acc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἄλη — Ἄλευς masc nom/voc/acc dual Ἄλευς masc acc sg Ἄλης masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.